διαταράξηι


διαταράξηι
διαταράξῃ , διαταράσσω
throw into confusion
aor subj mid 2nd sg
διαταράξῃ , διαταράσσω
throw into confusion
aor subj act 3rd sg
διαταράξῃ , διαταράσσω
throw into confusion
fut ind mid 2nd sg
διαταράξῃ , διαταράσσω
throw into confusion
aor subj mid 2nd sg
διαταράξῃ , διαταράσσω
throw into confusion
aor subj act 3rd sg
διαταράξῃ , διαταράσσω
throw into confusion
fut ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.